ΑΜΥΝΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

Αμυντικές Δαπάνες είναι το σύνολο των δαπανών ενός κράτους για την απόκτηση και διατήρηση στρατιωτικής ισχύος. Υποδιαιρούνται σε τρεις κύριες κατηγορίες δαπανών:

(1) Δαπάνες για την αποζημίωση του Στρατιωτικού και Πολιτικού Προσωπικού (μισθοδοσία, επιδόματα, αποζημιώσεις, ασφαλιστικές εισφορές)

(2) Δαπάνες για την Υποστήριξη και την Λειτουργία (λειτουργικά έξοδα, ασκήσεις, επιχειρήσεις)

(3) Δαπάνες για την προμήθεια Εξοπλισμών και Υποδομών.

Το ΝΑΤΟ έχει θέσει δύο βασικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις Αμυντικές Δαπάνες:

  • Οδηγία του 2% επί του ΑΕΠ. Τα κράτη-μέλη της Συμμαχίας συμφώνησαν το 2006 να αφιερώνουν τουλάχιστον το 2% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) τους σε Αμυντικές Δαπάνες. Η δέσμευση αυτή υποδηλώνει το δείκτη συνεισφοράς των κρατών-μελών στη συλλογική άμυνα, την αξιοπιστία και την πολιτική δέσμευση.
  • Οδηγία του 20% των Αμυντικών Δαπανών. Οι δαπάνες για την απόκτηση και προμήθεια Εξοπλισμών και Υποδομών θα πρέπει να αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 20% του συνόλου των Αμυντικών Δαπανών. Στόχος της Οδηγίας είναι η αντιμετώπιση του κινδύνου απαρχαίωσης του στρατιωτικού υλικού, η αύξηση της διαλειτουργικότητας-συμβατότητας μεταξύ των οπλικών συστημάτων και η διατήρηση της τεχνολογικής υπεροχής έναντι κάθε δυνητικής απειλής.

Οι εγγεγραμμένες πιστώσεις του ελληνικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ) μειώθηκαν κατά 52,02% (ή €3,39 δισ.) την περίοδο 2009-2016, προκαλώντας ασφυξία στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Ο προϋπολογισμός του ΥΠΕΘΑ ανέρχεται για το Οικονομικό Έτος 2017 στα €3,12 δισ., ποσό που αντιστοιχεί στο 1,7% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα καλύπτει φαινομενικά τον Στόχο του 2% λόγω συνυπολογισμού από το ΝΑΤΟ της συνταξιοδοτικής δαπάνης για τους 120.000 αποστράτους ενώ υπολείπεται σημαντικά του Στόχου του 20% με ορατό πλέον τον κίνδυνο απαρχαίωσης του στρατιωτικού υλικού και κατ΄επέκταση συνολικής απομείωσης της ελληνικής στρατιωτικής ισχύος. Μια μεσοσταθμική ανάλυση των Απολογισμών του Υπουργείου Οικονομικών τα τελευταία έτη δείχνει ότι οι ελληνικές αμυντικές δαπάνες κατανέμονται ποσοστιαία ως εξής:

  • 67% για τη μισθοδοσία του προσωπικού (∼€2 δισ.)
  • 18% για τις λειτουργικές δαπάνες
  • 15% για τις εξοπλιστικές δαπάνες

Ειδικότερα για το Οικονομικό Έτος 2014, οι πληρωμές για αποδοχές προσωπικού και λειτουργικές δαπάνες ανήλθαν σε €2.738 εκατ. (1,48% επί του ΑΕΠ) και για εξοπλιστικές δαπάνες σε €345 εκατ. (0,19% ΑΕΠ), ήτοι δαπανήθηκαν συνολικά €3.084 εκατ. (1,66% του ΑΕΠ) για την Εθνική Άμυνα.

2014

ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

ΕΞΟΠΛΙΣΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

ΣΥΝΟΛΟ

%ΑΕΠ

Προϋπολογισμός 2.529.000.000,00 700.000.000,00 3.112.000.000,00 1,68%
Απολογισμός 2.738.906.301,17 345.491.795,88 3.084.398.097,05 1,66%

Σημειώνεται ότι οι επενδυτικές δαπάνες της Ελλάδας για εξοπλισμούς αφιερώνονται κατά πλειοψηφικό ποσοστό για την αποπληρωμή ανειλημμένων υποχρεώσεων από παλαιότερα προγράμματα ενώ τα κονδύλια που κατευθύνονται σε νέα υποπρογράμματα προμηθειών και εκσυγχρονισμού υφιστάμενων μέσων έχουν περιοριστεί δραματικά. Ενδεικτικά, η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) του ΥΠΕΘΑ υπέγραψε εντός του 2016 μόλις 7 συμβάσεις για προμήθειες και υπηρεσίες συνολικού ύψους ~28 εκατ. €.

c45exulwyae-xom
Η Ελλάδα καλύπτει φαινομενικά τον Στόχο του 2% καθώς το ΝΑΤΟ συνυπολογίζει τη συνταξιοδοτική δαπάνη στις Αμυντικές Δαπάνες ενώ υπολείπεται σημαντικά του Στόχου του 20%, αυξάνοντας τον κίνδυνο απαρχαίωσης του υλικού και των υποδομών. © heritage.org

O υπολογισμός των αμυντικών δαπανών της Τουρκίας αποτελεί δυσεπίλυτο γρίφο και αντικείμενο μελέτης τόσο στο εσωτερικό όσο και το εξωτερικό. Ο επονομαζόμενος «προϋπολογισμός άμυνας και ασφάλειας» καλύπτει τις δαπάνες διαφορετικών κρατικών φορέων, για τους οποίους επικρατεί μερική ή και πλήρης αδιαφάνεια καθώς δεν υπόκεινται σε έλεγχο από το Κοινοβούλιο ή το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ως μερικώς διαφανείς θεωρούνται οι δαπάνες του Υπουργείου Άμυνας (MSB) και του Υφυπουργείου Αμυντικών Βιομηχανιών (SSM) ενώ ως πλήρως αδιαφανείς θεωρούνται τα έσοδα και οι δαπάνες του Ταμείου Υποστήριξης Αμυντικής Βιομηχανίας (SSDF) που αποτελεί τη βασική χρηματοδοτική πηγή για εξοπλιστικά προγράμματα, η συνταξιοδοτική δαπάνη του στρατιωτικού και πολιτικού προσωπικού που καταβάλλεται από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η μισθοδοσία των πολιτοφυλάκων (Köy Korucuları), οι απόρρητες δαπάνες (Örtülü Ödenek) του πρωθυπουργικού γραφείου και της προεδρίας, οι προϋπολογισμοί της κρατικής αμυντικής βιομηχανίας ΜΚΕΚ και του Ιδρύματος για την Ενίσχυση των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (TSKGV), το οποίο κατέχει μερίδια σε 18 εγχώριες αμυντικές βιομηχανίες μεταξύ των οποίων οι Aselsan, Havelsan, Roketsan και ΤΑΙ, καθώς και το ύψος της επιχορήγησης των κατοχικών δυνάμεων στην Κύπρο.

Επισήμως, ο προϋπολογισμός του τουρκικού Υπουργείου Άμυνας ανήλθε το 2014 σε ΤΛ29,4 δισ. ($13,2 δισ.), εκ των οποίων το 57,5% καλύπτει την μισθοδοσία του προσωπικού και το 42,5% τις λειτουργικές δαπάνες και λοιπά έξοδα. Οι δαπάνες για εξοπλιστικά προγράμματα καλύπτονται πρωτίστως από τα έσοδα του SSDF που υπάγεται στο Υφυπουργείο Αμυντικών Βιομηχανιών, τα οποία προέρχονται από έμμεσους φόρους όπως τέλη σε οινοπνευματώδη ποτά, προϊόντα καπνού και τυχερά παίγνια. Το SSDF συγκέντρωσε το 2014 έσοδα ύψους $5,7 δισ., μέρος των οποίων παρακρατείται από την Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας και διατίθεται ανάλογα με τις ανάγκες πληρωμών αλλά και για σκοπούς Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D). Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΝΑΤΟ, το ύψος των τουρκικών αμυντικών δαπανών το 2016 ανήλθε σε $13,68 δισ. (σε σταθερές τιμές 2014), εκ των οποίων τα $3,3 δισ. κατευθύνθηκαν σε εξοπλιστικά προγράμματα.


 ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ-ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ελλάδας και της Τουρκίας υπήρξαν ανέκαθεν επιστρατευμένοι στρατοί, στηρίζονται δηλαδή στην κινητοποίηση των εφεδρειών τους για την ανάληψη επιχειρήσεων. Η στρατιωτική θητεία εξυπηρετεί πρωτίστως την ανάγκη απόδοσης εκπαιδευμένης εφεδρείας και στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, εκτός από την Ελλάδα, την Κύπρο και την Τουρκία, υποχρεωτική στράτευση υφίσταται στο Ισραήλ και την Αίγυπτο ενώ προηγμένα ευρωπαϊκά κράτη (Νορβηγία, Δανία, Φινλανδία, Αυστρία, Ελβετία) εφαρμόζουν σύστημα υποχρεωτικής στράτευσης ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες τους.

Ο συνολικός αριθμός του μόνιμου προσωπικού του ΥΠΕΘΑ ανέρχεται σε 86.022 (στοιχεία Φεβρουαρίου 2017), εκ των οποίων οι 7.268 αποτελούν πολιτικό προσωπικό (Οκτώβριος 2015). Όσον αφορά την κατανομή του στις Ένοπλες Δυνάμεις, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (Νοέμβριος 2012), στο Στρατό Ξηράς υπηρετούσαν 51.531 στελέχη, στο Πολεμικό Ναυτικό 16.722 και στην Πολεμική Αεροπορία 22.155, συμπεριλαμβανομένων τότε 8.163 πολιτικού προσωπικού.

Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις αντιμετωπίζουν οξύτατο πρόβλημα ανανέωσης του στελεχιακού τους δυναμικού λόγω της παρατεταμένης αδυναμίας προσλήψεων Επαγγελματιών Οπλιτών (ΕΠΟΠ) και της μείωσης του αριθμού εισακτέων στα Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και τις Ανώτερες Στρατιωτικές Σχολές Υπαξιωματικών. Επιπλέον, η φυγοστρατία σε συνδυασμό με το έντονο δημογραφικό πρόβλημα της χώρας οδηγούν σε μειωμένη απόδοση των Στρατολογικών Κλάσεων με λιγότερους από 40.000 διαθέσιμους για στράτευση ετησίως. Ως εκ τούτου, η μείωση της διάρκειας της στρατιωτικής θητείας στους 9 μήνες επέφερε καίριο πλήγμα στην επάνδρωση του Ελληνικού Στρατού με συνέπεια να μην καλύπτεται η προβλεπόμενη οροφή προσωπικού για τον καιρό της ειρήνης ενώ παρατηρούνται ελλείψεις σε κρίσιμες ειδικότητες, κενό που επιχειρείται να καλυφθεί με ανακατάταξη και επανακατάταξη οπλιτών για βραχεία περίοδο έως τριών ετών. Λιγότερη προβληματική χαρακτηρίζεται η κατάσταση στο Πολεμικό Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία, όπου έχει επιτευχθεί υψηλότατο ποσοστό επαγγελματοποίησης λόγω της φύσης και της αποστολής των δύο Κλάδων και εφαρμόζεται θητεία 12 μηνών. Το σύνολο του ενεργού προσωπικού των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων συμπληρώνεται σε περίοδο πολέμου με κινητοποίηση εφεδρειών, ανερχόμενο σε 253.500.

Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (Türk Silahlι Kuvvetleri: TSK) προωθούν το Σχέδιο Αναδιοργάνωσης 2033 («TSK 2033 Yeniden Yapılanma Projesi»), το οποίο αποσκοπεί μεταξύ άλλων στην επίτευξη υψηλού ποσοστού επαγγελματοποίησης. Το σύνολο του μονίμου προσωπικού των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων ανήλθε το Φεβρουάριο του 2017 σε 192.684, εκ των οποίων οι 153.769 αποτελούν στρατιωτικό προσωπικό (Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί, Επαγγελματίες και Συμβασιούχοι Οπλίτες) και οι υπόλοιποι 38.915 πολιτικό προσωπικό και των τριών Κλάδων. Το στρατιωτικό προσωπικό συμπληρώνεται με 208.515 στρατεύσιμους οπλίτες 6μηνης θητείας (για αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) και 12μηνης θητείας (για αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης). Σε αντίθεση με την ενημέρωση επί μηνιαίας βάσης για το αριθμητικό μέγεθος των Τουρκικών Γενικών Επιτελείων, η Άγκυρα δεν αποκαλύπτει την κατανομή του στρατιωτικού προσωπικού μεταξύ των τριών Κλάδων και περιορίζεται στην αναφορά του ποσοστού επαγγελματοποίησης που σήμερα βρίσκεται στο 42%.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ
Ανώτατοι Αξιωματικοί 201
Αξιωματικοί 25.728
Μόνιμοι Υπαξιωματικοί 64.655
Επαγγελματίες Οπλίτες 47.167
Συμβασιούχοι Οπλίτες 16.018
Σύνολο Επαγγελματικού Προσωπικού 153.769
Έφεδροι Αξιωματικοί 6.755
Στρατεύσιμοι Οπλίτες 201.760
Σύνολο Προσωπικού Θητείας 208.515
Σύνολο Στρατιωτικού Προσωπικού 362.284
Πολιτικοί Υπάλληλοι στους 3 Κλάδους 29.369
Πολιτικοί Υπάλληλοι Γενικού Επιτελείου 3.136
Πολιτικοί Υπάλληλοι Υπουργείου Άμυνας 6.410
Σύνολο Πολιτικών Υπαλλήλων 38.915
Σύνολο 401.199

Σύμφωνα με γράφημα του κρατικού πρακτορείου Anadolu στις 22 Ιουλίου 2017, ο αριθμός των ανωτάτων αξιωματικών μειώθηκε σε 196, ο αριθμός των αξιωματικών σε 24.705, ο αριθμός μονίμων υπαξιωματικών σε 62.781 ενώ παράλληλα αυξήθηκε ο αριθμός των συμβασιούχων οπλιτών σε 16.743 και των εφέδρων αξιωματικών σε 8.736.

Γράφημα του κρατικού πρακτορείου Anadolu με τις μεταβολές στρατιωτικού προσωπικού μεταξύ Ιουλίου 2016-Μαίου 2017.

Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις επικεντρώνονται στην ανανέωση του ανθρωπίνου δυναμικού τους μετά το πραξικόπημα, με την πρόσληψη 30.159 νέων στελεχών σε βάθος τετραετίας, στους οποίους περιλαμβάνονται σε πρώτη φάση 1.322 Αξιωματικοί, 3.547 Μόνιμοι Υπαξιωματικοί, 7.159 Επαγγελματίες Οπλίτες και 11.907 Συμβασιούχοι Οπλίτες με 3ετή διάρκεια σύμβασης και δυνατότητα παραμονής στο στράτευμα για συνολικά 9 έτη.

 


Φωτογραφία εξωφύλλου © Lefteris Partsalis‏

Advertisements